σέσκουλο

σέσκουλο, το και σέσκλο, το
είδος λαχανικού, τεύτλο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σέσκουλο — Λέγεται και σέσκλο (βέτα η κοινή). Φυτό (ποικιλία ράπα, μορφή σίκλα) της οικογένειας των Χηνοποδιιδών (δικοτυλήδονα). Είναι λαχανικό πολύ διαδομένο μοιάζει πολύ με το φυτό του τεύτλου, αλλά έχει φύλλα εδώδιμα, πολύ πλατιά, με μεσαία νεύρωση… …   Dictionary of Greek

  • τεύτλα — Ποώδη φυτά της οικογένειας των χηνοποδιιδών (δικοτυλήδονα). Υπάρχουν 3 διαφορετικές ποικιλίες με διαφορετική χρησιμότητα η καθεμιά: ζαχαρότευτλα, κτηνοτροφικά τ. και τ. που χρησιμοποιούνται για διατροφή των ανθρώπων ή κηπευτικά τεύτλα (παντζάρια …   Dictionary of Greek

  • σέσκλο — I Νεολιθικός οικισμός, 15 χλμ. Δ του Βόλου, στον οποίο αναπτύχθηκε κατά την 5η χιλιετία ο πρώτος νεολιθικός πολιτισμός που έγινε γνωστός στην Ελλάδα και ένας από τους πρώτους στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Το όνομά του οφείλεται στο σύγχρονο μικρό… …   Dictionary of Greek

  • σευκλογούλι — το / σευκλογούλιον, ΝΜ η σαρκώδης ρίζα τού τεύτλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεῦκλον (βλ. λ. σέσκουλο) + γουλί «βλαστάρι» (πρβλ. κοκκινο γούλι)] …   Dictionary of Greek

  • σευτλομόλοχον — τὸ, Μ το φυτό σέσκουλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεῦτλον + μολόχα] …   Dictionary of Greek

  • σεύκλο — το, Ν (διαλ. τ.) βλ. σέσκουλο …   Dictionary of Greek

  • βέτα — (beta). Γένος δικοτυλήδονων φυτών της οικογένειας των χηνοποδιιδών. Υπάρχουν περίπου δώδεκα είδη β. που φυτρώνουν στη μεσογειακή Ευρώπη, στη δυτική Ασία και στη βορεια Αφρική. Είναι πόες σαρκώδεις και χυμώδεις με φύλλα ωοειδή ή ρομβοειδή και άνθη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.